Τρόποι Σωστής Επικοινωνίας Ατόμων Με Χρόνιο Νόσημα & Ιατρών – Δρ Χρύσα Χρυσοβιτσάνου

Xρυσοβιτσάνου Χρύσα, RN, PhD, MSN, MSc, Eιδική Νοσ/α ΣΚΠ- Προϊσταμένη Κέντρο Ειδικών Νευρολογικών Νοσημάτων, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αιγινήτειο Νοσοκομείο

 

Όλα τα χρόνια νοσήματα χρήζουν τακτικής παρακολούθησης και στενής επικοινωνίας με τον θεράποντα ιατρό.  Η εξέλιξη της νόσου, οι νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις που προκύπτουν με την πρόοδο της ιατρικής και των άλλων επιστημών, ο καταιγισμός από πληροφορίες στο διαδίκτυο, δημιουργούν συχνά  ερωτήματα που χρήζουν επίλυσης από τον ιατρό που παρακολουθεί το άτομο με το συγκεκριμένο νόσημα  και γνωρίζει καλά το ιστορικό και την κατάσταση της υγείας του.

Παρόλα αυτά,  οι στατιστικές σε παγκόσμιο επίπεδο δείχνουν ότι περίπου δύο στους  τρεις ασθενείς αναφέρουν κακή επικοινωνία, ανεπάρκεια ενημέρωσης και έλλειψη συμπαράστασης από τους ιατρούς.

Η επικοινωνία μπορεί να οριστεί ως μια διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών, σκέψεων, ιδεών, στάσεων, συναισθημάτων και επιθυμιών μεταξύ ατόμων ή ομάδων. Ουσιαστικά, σηματοδοτεί την ανταλλαγή εννοιών, μηνυμάτων ή πληροφοριών μεταξύ ατόμων ή ομάδων διαμέσου ενός κοινού συστήματος συμβόλων (DeVito, 2006)

Είναι ξεκάθαρο ότι η ανεπαρκής ενημέρωση ή η αντίληψη από την πλευρά του ασθενή ότι δεν ‘’ασχολήθηκε μαζί του ο γιατρός, δεν τον κατάλαβε ‘’ συνήθως οδηγεί σε μη συμμόρφωση με την αγωγή και ως αποτέλεσμα επιδείνωση της κατάστασης του.

Ήδη αρκετές ιατρικές σχολές σε όλο τον κόσμο, έχουν αρχίσει να δίνουν προτεραιότητα στην εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας στην επικοινωνία (communicating skills in medicine).

Ο Richard Blum στο βιβλίο του “The Management of the Doctor – Patient Relationship”,αναφέρει ότι  η καλή επικοινωνία μεταξύ ιατρού και ασθενή εμπεριέχει την ισότιμη αλληλεπίδραση, τη δημιουργία, θεμελίωση και διατήρηση σχέσης εμπιστοσύνης, την προσεκτική ακρόαση, την αμοιβαιότητα, το σχηματισμό συγκεκριμένων αντιλήψεων, και πλήθος  άλλων στρατηγικών που αποσκοπούν στην ολιστική κατανόηση των βιωμάτων του ασθενούς.

Επίσης, η έννοια της ενσυναίσθησης  περιγράφηκε αναλυτικά από τον Carl Rogers,  ο οποίος επεσήμανε πως η θεραπευτική εργασία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν υπάρχει ενσυναίσθηση από πλευράς του θεραπευτή.

Σε κάθε περίπτωση, ο ρόλος της ενσυναίσθησης είναι ιδιαίτερα σημαντικός διότι βοηθά στη θεμελίωση της θεραπευτικής σχέσης και μπορεί να επηρεάσει θετικά την έκβαση της θεραπείας, καθώς συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση της διάγνωσης και στην αύξηση της συμμόρφωσης στις ιατρικές συστάσεις. Τέλος, συνδέεται στενά με τη μείωση της συναισθηματικής έντασης και του άγχους, και με την αύξηση της ικανοποίησης, τόσο του ασθενή όσο και του ιατρού.

Και από την πλευρά όμως του ατόμου με το χρόνιο νόσημα και της οικογένειας του, υπάρχουν τεχνικές για βελτίωση της ποιότητας της σχέσης του με τον γιατρό του. Παραθέτονται κάποιες προτάσεις:

  • Δημιουργία ημερολογίου υγείας: είναι ένα ετήσιο ημερολόγιο, όπου γίνεται όλος ο προγραμματισμός για όλα τα θέματα της υγείας του ατόμου, για παράδειγμα, αν έχουμε μία γυναίκα με ΣΚΠ, δεν αφορά μόνο τα ραντεβού με τον νευρολόγο, τα ραντεβού για μαγνητικές, άλλες εξετάσεις, αλλά και γενικότερα ότι έχει να κάνει με την γυναικεία υγεία (τεστ Pap, υπέρηχο μαστών κ.α.) Με τον τρόπο αυτό δεν αγχώνονται οι ασθενείς γιατί δεν έκλεισαν έγκαιρα τα ιατρικά τους ραντεβού, δεν πιέζουν τον γιατρό και δεν δημιουργούνται προβλήματα και παράπονα στη μεταξύ τους σχέση
  • Προγραμματισμός συνταγογράφησης, αν είναι δυνατόν να ταιριάζει με την επίσκεψη στον ιατρό
  • Δημιουργία άυλης συνταγογράφησης, ώστε κάτι που μπορεί να γίνει με αυτό τον τρόπο να γίνεται. Φυσικά, πρέπει να τονίσουμε ότι υπάρχουν περιπτώσεις που σε κάποια νοσήματα ή ιδιαίτερες καταστάσεις πρέπει ο θεράπων ιατρός να εξετάσει τον ασθενή πριν προβεί σε συνταγογράφηση, οπότε αν ζητά ο γιατρός αυτό, να το σεβόμαστε και να ξέρουμε ότι δεν το κάνει για να μας ταλαιπωρήσει και να πάμε στο νοσοκομείο, αλλά στοχεύει στην ασφάλεια μας.
  • Να ακούμε καλά όσα μας λέει κατά τη διάρκεια του ραντεβού μας και να μην ακούμε όσα θέλουμε ή ότι θέλουμε. Ίσως χρειαστεί να σημειώσουμε και κάποιες λεπτομέρειες
  • Να έχουμε γράψει τα ερωτήματα μας πριν το ραντεβού ή να κρατάμε σημειώσεις κάθε φορά που δημιουργείται ένα ερώτημα, ώστε να εκμεταλλευόμαστε το χρόνο μας με τον καλύτερο τρόπο στη διάρκεια της επίσκεψης
  • Επίσης, να γνωρίζουμε ότι η ώρα του ραντεβού είναι σχεδόν αδύνατον να είναι ακριβώς την ώρα που ορίστηκε, καθώς ο γιατρός έχει να κάνει με ανθρώπους και όχι μηχανές και πολλές φορές κάποιος ασθενής μπορεί να χρειαστεί λίγο παραπάνω χρόνο, κάτι που μπορεί να συμβεί και σε εμάς
  • Η τηλεφωνική επικοινωνία πρέπει να είναι μόνο σε περίπτωση πραγματικής ανάγκης και να είναι σύντομη και συγκεκριμένη
  • Καλύτερο φυσικά είναι από την πρώτη συνάντηση να ρωτήσετε τον γιατρό σας ποιος είναι ο πιο βολικός και αποτελεσματικός τρόπος επικοινωνίας μαζί του
  • Ζητήστε, αν θέλετε, από κάποιο δικό σας άτομο να σας συνοδεύσει στο ραντεβού
  • Προσέξτε να μην ενημερώνεστε από το διαδίκτυο και αμφισβητείτε τις οδηγίες που έχετε πάρει. Φυσικά, μπορείτε να σημειώνετε τις απορίες σας και να τις συζητάτε με το δικό σας γιατρό
  • Μην συγκρίνετε την κατάσταση σας με άλλα άτομα. Ακόμα και το ίδιο νόσημα να έχουν με εσάς, δεν πρέπει να γίνεται σύγκριση καθώς κανείς δεν είναι ίδιος με τον άλλο και υπάρχουν και πολλοί άλλοι παράγοντες που παίζουν ρόλο και εσείς δεν τους γνωρίζετε
  • Δείξτε σεβασμό σε όλους τους επαγγελματίες υγείας που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στις δομές υγείας, νοσηλευτές, φυσιοθεραπευτές κ.α. και να θυμάστε πάντα ότι για τη διαχείριση της χρόνιας νόσου είναι απαραίτητη η διεπιστημονική ομάδα, η οποία φροντίζει για την ολιστική αντιμετώπιση της.

 

«Το να μιλάς είναι ανάγκη. Το ν’ ακούς όμως είναι τέχνη» είχε πει ο Goethe

Αποτελεσματική επικοινωνία σημαίνει πρωτίστως καλή ακρόαση, αλλά και από την πλευρά των ασθενών η ‘’συμμόρφωση’’ είναι μία έννοια που δείχνει τη διάθεση για συνεργασία και σεβασμό στη δουλειά και τις οδηγίες του γιατρού τους.

Φυσικά, ο καθένας έχει το δικαίωμα της επιλογής γιατρού, της προστασίας των προσωπικών του δεδομένων, της πλήρους ενημέρωσης.

Η καλή επικοινωνία θα βοηθήσει τους ασθενείς στην αυτοφροντίδα και στην αυτοδιαχείριση σχετικά με το νόσημα τους.